διαστύλιον

διαστύλ-ιον [pron. full] [ῡ], τό, in Architecture,
A space between the columns, Lat. intercolumnium, Bito 54.3.
2 ἀνέστησε δ. δύο perh. a monument with three pillars, Keil-Premerstein Dritter Bericht No.107.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάστυλος — η ο (AM διάστυλος, ον) «διάστυλος ναός» ναός στον οποίο η απόσταση μεταξύ δύο κιόνων είναι τριπλάσια από τη διάμετρο τού κίονα μσν. το ουδ. ως ουσ. το κιγκλίδωμα που χώριζε τον κυρίως ναό από το Άγιο Βήμα αρχ. το διαστύλιον …   Dictionary of Greek

  • διαστύλιο — το (Α διαστύλιον) το διάστημα ανάμεσα στους κίονες ενός κτίσματος, μεσοστύλιον, μετακιόνιον …   Dictionary of Greek

  • διαστυλίων — διαστῡλίων , διαστύλιον space between the columns neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.